Τρίτη, Ιούνιος 16, 2026
Follow Us
Τρίτη, 16 Ιουνίου 2026 16:10

Πόσες Ακόμη;

Της Σοφίςα Τολιοπούλου
Κοινωνιολόγος

Κέντρο Συμβουλευτικής Υποστήριξης Γυναικών Δήμου Βέροιας

Καπετάν Άγρα 3Α

τηλ.:2331065304

mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Δευτ . - Παρ. : 08:00-16:00

Η χθεσινή γυναικοκτονία στη Δράμα έρχεται να προστεθεί σε έναν μακρύ και οδυνηρό κατάλογο γυναικών που έχασαν τη ζωή τους από τα χέρια συζύγων, συντρόφων ή πρώην συντρόφων τους. Έναν κατάλογο που, δυστυχώς, φαίνεται να μην έχει τέλος.

Και όμως, κάθε φορά που μια γυναίκα δολοφονείται, η δημόσια συζήτηση μετατοπίζεται συχνά από το ίδιο το έγκλημα στην αμφισβήτηση του όρου «γυναικοκτονία». Ίσως, τελικά, το ερώτημα δεν είναι γιατί χρησιμοποιούμε τον όρο, αλλά γιατί κάποιοι επιμένουν να τον αρνούνται. Τι είναι αυτό που ενοχλεί περισσότερο; Η λέξη ή η πραγματικότητα που περιγράφει; Γιατί όσο συζητάμε για την ορολογία, οι γυναίκες συνεχίζουν να δολοφονούνται από άνδρες που θεωρούν ότι έχουν δικαίωμα πάνω στη ζωή τους. Και καμία γλωσσική άρνηση δεν μπορεί να σβήσει αυτή την αλήθεια.

Κάθε φορά που μια τέτοια είδηση βλέπει το φως της δημοσιότητας, η κοινωνία συγκλονίζεται. Για λίγες ημέρες συζητά, αναρωτιέται, εκφράζει οργή και θλίψη. Σύντομα όμως η επικαιρότητα αλλάζει και το ενδιαφέρον μετατοπίζεται αλλού, μέχρι την επόμενη γυναίκα που θα προστεθεί στα στατιστικά της έμφυλης βίας.

Όμως πίσω από κάθε αριθμό υπάρχει μια ανθρώπινη ζωή. Υπάρχει μια γυναίκα με όνειρα, σχέδια, σχέσεις, παιδιά, φίλους και συγγενείς. Υπάρχει μια ιστορία που συχνά προηγήθηκε της δολοφονίας: χρόνια ελέγχου, ψυχολογικής κακοποίησης, απειλών, φόβου, απομόνωσης και, πολλές φορές, σωματικής βίας. Η γυναικοκτονία δεν εμφανίζεται ξαφνικά. Αποτελεί το ακραίο και συχνά προβλέψιμο αποτέλεσμα μιας κλιμακούμενης έμφυλης βίας.

Η κοινωνία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει με δυσκολία το φαινόμενο. Συχνά αναζητούνται εξηγήσεις που μεταθέτουν το βάρος από τον δράστη στις «συνθήκες», στην «ένταση της στιγμής», στην «κακή ψυχολογία» ή στα

«οικογενειακά προβλήματα». Όμως καμία δυσκολία, καμία σύγκρουση και κανένα προσωπικό αδιέξοδο δεν μπορεί να δικαιολογήσει την αφαίρεση μιας ανθρώπινης ζωής.

Παράλληλα, είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε ότι πολλές γυναίκες που βιώνουν κακοποιητικές συμπεριφορές δεν μπορούν εύκολα να αποχωρήσουν από μια βίαιη σχέση. Ο φόβος, η οικονομική εξάρτηση, η ύπαρξη παιδιών, η κοινωνική πίεση, η έλλειψη υποστηρικτικού δικτύου και οι απειλές του δράστη αποτελούν ισχυρούς παράγοντες εγκλωβισμού. Για τον λόγο αυτό, η συχνή ερώτηση «γιατί δεν έφυγε;» χρειάζεται να αντικατασταθεί από το «τι μπορούμε να κάνουμε ως κοινωνία ώστε να είναι ασφαλής όταν αποφασίσει να φύγει;».

Και ίσως ήρθε η ώρα να θέσουμε με ειλικρίνεια κάποια δύσκολα ερωτήματα. Ποιος γαλουχεί τους άνδρες που θεωρούν ότι η σύντροφός τους είναι κτήμα τους; Ποιος κανονικοποιεί τη ζήλια ως απόδειξη αγάπης, τον έλεγχο ως ενδιαφέρον και την κυριαρχία ως στοιχείο ανδρισμού; Ποιος σιωπά όταν ακούει σεξιστικά σχόλια, όταν υποτιμώνται οι γυναίκες, όταν η βία αντιμετωπίζεται ως «οικογενειακή υπόθεση»; Ο δράστης είναι ο μόνος υπεύθυνος για το έγκλημά του. Όμως η κοινωνία δεν μπορεί να αποποιείται τη δική της ευθύνη όταν εξακολουθεί να αναπαράγει στερεότυπα, να ανέχεται συμπεριφορές ελέγχου και να κλείνει τα μάτια στα προειδοποιητικά σημάδια. Κάθε γυναικοκτονία δεν είναι μόνο η αποτυχία ενός ανθρώπου να σεβαστεί τη ζωή μιας γυναίκας· είναι και μια υπενθύμιση των συλλογικών μας αποτυχιών.

Η πρόληψη των γυναικοκτονιών δεν αφορά μόνο τις γυναίκες που υφίστανται βία. Αφορά όλους και όλες μας. Αφορά την εκπαίδευση των παιδιών σε σχέσεις ισότητας και σεβασμού. Αφορά την αμφισβήτηση στερεοτύπων που συνδέουν την αγάπη με την κτητικότητα και τον έλεγχο. Αφορά την έγκαιρη αναγνώριση των προειδοποιητικών ενδείξεων και την ενίσχυση των δομών υποστήριξης που βρίσκονται δίπλα στις γυναίκες.

Κάθε γυναικοκτονία είναι μια υπενθύμιση ότι η έμφυλη βία δεν αποτελεί ιδιωτική υπόθεση. Είναι κοινωνικό πρόβλημα, ζήτημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και θέμα δημόσιας ασφάλειας. Και όσο συνεχίζουμε να μετράμε χαμένες ζωές, δεν μπορούμε να μιλάμε για μεμονωμένα περιστατικά. Μιλάμε για ένα φαινόμενο που απαιτεί συλλογική ευθύνη, διαρκή εγρήγορση και ουσιαστική δράση.

Η καλύτερη τιμή στη μνήμη των γυναικών που χάθηκαν δεν είναι η στιγμιαία αγανάκτηση. Είναι η δέσμευση να δημιουργήσουμε μια κοινωνία όπου καμία γυναίκα δεν θα φοβάται μέσα στο ίδιο της το σπίτι και όπου καμία ζωή δεν θα χάνεται επειδή κάποιος θεώρησε ότι είχε δικαίωμα να την ελέγχει ή να την κατέχει.

«ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ Η ΜΟΝΗ- ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΜΟΝΗ»

Προσθήκη σχολίου