ΒΕΓΓΟΣ ΕΝΔΙΑΜ.
A+ A A-

Τελική ευθεία για πώληση Forthnet και Cyta

Mετά 25 χρόνια προσπαθειών απελευθέρωσης της αγοράς, οι τηλεπικοινωνίες γυρίζουν πίσω στα μέσα της δεκαετίας του ’90. Τότε που υπήρχαν ο ΟΤΕ, η Panafon και η Telestet.

Αυτό θα συμβεί εφόσον οι διεργασίες που συντελούνται στην αγορά αυτή την περίοδο ολοκληρωθούν. Ολα δείχνουν ότι οι διαδικασίες πώλησης των εταιρειών Forthnet και Cyta Hellas θα έχουν ολοκληρωθεί μέχρι το ερχόμενο Πάσχα. Και όταν ο κύκλος αυτός συγκέντρωσης της αγοράς τηλεπικοινωνιών ολοκληρωθεί, τότε οι πέντε επιχειρήσεις που έχουν σήμερα ενεργή παρουσία στην αγορά θα γίνουν τρεις. Τόσες δηλαδή όσες ήταν όταν ξεκίνησε η απελευθέρωση των τηλεπικοινωνιών στην Ελλάδα το 1992.

Oι κινήσεις φαίνεται ότι εξελίσσονται γοργά. Οι Κύπριοι της Cyta φαίνεται ότι πρόλαβαν τις ελληνικές τράπεζες στη διάθεση του περιουσιακού τους στοιχείου και μάλλον θα προηγηθούν.

Η υποβολή των δεσμευτικών προσφορών που πραγματοποιήθηκε την περασμένη Τρίτη, δείχνει ότι οι πέντε επιχειρήσεις τηλεπικοινωνιών στην Ελλάδα εντός των επομένων εβδομάδων –αν όχι εντός των επόμενων ημερών– θα γίνουν τέσσερις, με την απόκτηση της Cyta Hellas είτε από τη Wind είτε από τη Vodafοne.

Η μόνη περίπτωση να «σκαλώσει» η διαδικασία είναι οι δύο ενδιαφερόμενοι αγοραστές να έχουν υποβάλει ιδιαίτερα χαμηλή προσφορά. Στην περίπτωση αυτή, οι Κύπριοι της Cyta θα ακυρώσουν τον διαγωνισμό πώλησης της θυγατρικής τους στην Ελλάδα.

Σε αυτό ποντάρουν οι πιστώτριες τράπεζες Πειραιώς, Εθνική, Alpha και Αττικής για την πώληση της Forthnet. Οι τελευταίες αναγνώρισαν ότι έχουν αργήσει στην αξιοποίηση του περιουσιακού τους στοιχείου και γι’ αυτό τους τελευταίους μήνες έτρεξαν να προλάβουν τους Κύπριους. Στην αγορά θεωρείται ότι η ολοκλήρωση της μιας συμφωνίας από τις δύο μειώνει τον «πόθο» απόκτησης της δεύτερης.

Ολα όμως δείχνουν ότι οι δύο ενδιαφερόμενοι θα κινηθούν «έξυπνα». Ο πρώτος που θα αναλάβει την πρώτη εταιρεία μάλλον θα αφήσει χώρο για τον δεύτερο να αναλάβει τη δεύτερη εταιρεία. Το τηλεοπτικό περιεχόμενο της Nova θα αποτελέσει αντικείμενο διαμοιρασμού μέσω μιας εμπορικής συμφωνίας. Ο αγοραστής της Forthnet θα διαθέσει πιθανόν και με τους ίδιους όρους, όπως συμβαίνει σήμερα, το περιεχόμενο ή μέρος αυτού της Nova.

Οι εταιρείες έχουν προετοιμαστεί καλά. Η Vodafone δεν έχει πρόβλημα χρηματοδότησης τέτοιων κινήσεων χάρις στη μητρική της, ενώ η Wind ήδη εξασφάλισε επιπλέον 107 εκατ. ευρώ στα 250 εκατ. ευρώ ομολογιακού δανείου που είχε εξασφαλίσει στο τέλος του 2016. Επίσης τροποποίησε κατάλληλα το καταστατικό της, έτσι ώστε να είναι προετοιμασμένη για τη νέα εποχή που ξεκινάει, προσφέροντας υπηρεσίες τηλεοπτικές, διαφημιστικές, παραγωγής τηλεοπτικού προγράμματος κ.ά.

Το μόνο που θα μπορούσε να εμποδίσει μια τέτοια διαδικασία μετασχηματισμού της αγοράς είναι: είτε η Vodafone και η Wind να υποβάλουν μη ελκυστικά τιμήματα στους πωλητές, είτε να γίνει κάποια σφήνα π.χ. από μια κινεζική εταιρεία που ενδιαφέρεται να μπει στην ελληνική και κατ’ επέκταση στην ευρωπαϊκή αγορά.

Το μέγεθος και η δομή ωστόσο των δύο επιχειρήσεων –π.χ. δεν διαθέτουν άδεια κινητής τηλεφωνίας– είναι τέτοια που καθιστά το σχέδιο ατελέσφορο. Από την άλλη πλευρά και οι επενδυτικές εταιρείες που στοχεύουν στη Forthnet δείχνουν να έχουν distress χαρακτήρα, δηλαδή να αποκτήσουν την εταιρεία σε εξευτελιστική τιμή και πολύ σύντομα να την πουλήσουν με μεγάλο για τις ίδιες κέρδος.

Από 30 επιχειρήσεις στις τηλεπικοινωνίες έμειναν μόλις πέντε

H περαιτέρω συγκέντρωση της τηλεπικοινωνιακής αγοράς μπορεί να έχει ευεργετικά αποτελέσματα για μετόχους και επιχειρήσεις, αλλά, ταυτόχρονα, διαμορφώνει ένα ολιγοπωλιακό σκηνικό που μπορεί να κρύβει υψηλότερες χρεώσεις για τους καταναλωτές. Το τελευταίο, ώς ένα βαθμό, είναι πραγματικότητα, αφού οι τρεις μεγαλύτερες εταιρείες τηλεπικοινωνιών αυξάνουν τις ονομαστικές χρεώσεις στις υπηρεσίες τους.

Συγκεκριμένα, οι εταιρείες Vodafone και Wind αυξάνουν τις χρεώσεις τους σε σταθερή και κινητή, ενώ ο ΟΤΕ, λόγω της ρύθμισής του, αυξάνει τις χρεώσεις μόνον στην κινητή. Τα στελέχη τους, ωστόσο, διατείνονται ότι ο ανταγωνισμός λειτουργεί, αφού οι αυξήσεις είναι μόνον ονομαστικές και ότι, αντιθέτως, οι πραγματικές χρεώσεις δεν αυξάνονται, δεδομένου ότι οι καταναλωτές γίνονται δέκτες προσφορών, κυρίως μέσω κλήσεων από call centers.

H αλήθεια πάντως είναι ότι η αγορά έχει συρρικνωθεί δραστικά. Από περίπου 30 επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνταν στην ελληνική αγορά στις αρχές της δεκαετίας του 2000, σήμερα έχουν μείνει μόνον πέντε: OTE, Vodafone, Wind, Forthnet, Cyta Hellas. Και αν όλα εξελιχθούν σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της αγοράς, μέχρι το ερχόμενο Πάσχα, θα έχουν μείνει τρεις επιχειρήσεις.

Δυστυχώς, παρά τη μεγάλη κινητικότητα που σημειώθηκε στις τηλεπικοινωνίες και τα δεκάδες δισ. ευρώ που άλλαξαν χέρια, πολύ λίγες επιχειρήσεις αποδείχθηκε ότι είχαν μακροπρόθεσμα σχέδια για την ελληνική αγορά. Με εξαίρεση τις εταιρείες Vodafone και Deutsche Telekom, όλα τα μεγάλα ονόματα είδαν την ελληνική αγορά ως πεδίο ευκαιριακής επένδυσης. Ακόμη και οι επενδύσεις των France Telecom (Vodafone), Telecom Italia (TIM Hellas μετέπειτα Wind) και Telenor (Cosmote) αποδείχθηκε ότι είχαν περισσότερο επενδυτικό, παρά στρατηγικό, χαρακτήρα. Το σχετικά μικρό μέγεθος της ελληνικής αγοράς είναι μια εξήγηση για τη στάση αυτή.

Δεν ήταν όμως μόνο αυτό. Η «βαριά σκιά» του άλλοτε κρατικού ΟΤΕ και η αδυναμία της πολιτείας να ωθήσει γρήγορα και αποτελεσματικά την απελευθέρωση της αγοράς ήταν οι δύο άλλοι παράγοντες που πιθανώς απέτρεψαν την είσοδο μεγάλων και σοβαρών επενδυτών. Ενδεικτικό είναι ότι ο νόμος της πλήρους απελευθέρωσης της αγοράς την 1η Ιανουαρίου 2001 παρουσιάστηκε μόλις δύο εβδομάδες πριν από την έλευση του συγκεκριμένου ορόσημου. Μέχρι τότε, ακόμη και η ρυθμιστική αρχή θύμιζε «παράρτημα ΟΤΕ», αφού ο μηχανισμός της λειτουργούσε με αποσπασμένους υπαλλήλους του ΟΤΕ.

Η εικόνα αυτή ασφαλώς αποθάρρυνε τους σοβαρούς επενδυτές να κοιτάξουν την ελληνική τηλεπικοινωνιακή αγορά.

Πηγή: Kathimerini.gr / Έντυπη έκδοση

Προσθήκη σχολίου

Τα πεδία με (*) είναι απαραίτητα. Δεν επιτρέπεται κώδικας HTML.

Κοτοπουλα Μελικιώτη

Copyright © 2013 24oresnews.gr - Με την επιφύλαξη παντός δικαιώματος - Ανάπτυξη & υποστήριξη ιστοσελίδας: LEONweb