ΒΕΓΓΟΣ ΕΝΔΙΑΜ.
A+ A A-

35χρονος Ημαθιώτης επιστήμονας ασυγκράτητος... σε διακρίσεις και βραβεύσεις

Είναι επικεφαλής ερευνητής στο Ινστιτούτο Max Planck και κατάφερε να ξεχωρίσει ανάμεσα σε νέους επιστήμονες που πρόκειται να χρηματοδοτηθούν από την ΕΕ.

Αν και νέος, η διάκριση δεν ήρθε τυχαία. Ο 35χρονος επιστήμονας δρ Κωνσταντίνος Δημητριάδης είναι από την Ημαθία και συγκεκριμένα από την Τριλοφιά, μικρό χωριό κοντά στη Μελίκη και πλάι στην Αγκαθιά, του Γιώργου (Τριλοφιά) και της Ελισάβετ (Βαρβάρες) Δημητριάδη.

Ξεκίνησε την επιστημονική καριέρα του από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, συνέχισε στο Ινστιτούτο Ανοσιολογίας του ΕΚΕΒΕ «Αλ. Φλέμινγκ» και ολοκλήρωσε το διδακτορικό του στον Τομέα Γενετικής, Ανάπτυξης και Μοριακής Βιολογίας του Τμήματος Βιολογίας του ΑΠΘ στην ομάδα του καθ. Γεώργιου Μόσιαλου. Από το 2010 υπήρξε μεταδιδακτορικός ερευνητής (Postdoctoral Researcher) στο Γερμανικό Κέντρο Έρευνας του Καρκίνου (DKFZ) της Χαϊδελβέργης, κάτι που τον έκανε να «γνωριστεί» με τα επιστημονικά ιδρύματα στη Γερμανία.

Μέχρι το 2017 που ξεκίνησε την έρευνά του στο Ινστιτούτο Μαξ Πλανκ για τη Βιολογία της Γήρανσης, της Κολωνίας. Ο ίδιος έχει βραβευτεί -μεταξύ άλλων- με το EuropeanResearchCouncilStartingGrant(ERC-StG-2017), έχει λάβει υποτροφία από το 14ο FEBSYoungScientists’ Forum (YSF) στη Γαλλία και βραβείο από το Κοινωφελές Ίδρυμα Αλέξανδρος Σ. Ωνάσης για τη συμμετοχή στο 61ο LindauNobelLaureateMeeting, στο Lindau της Γερμανίας. Φυσικά, έχει πλήθος δημοσιεύσεων σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά υψηλού κύρους, όπως τα: Cell, Nature Communications, Developmental Cell, EMBO Journal, Journal of Biological Chemistry, Scientific Reports, Journal of Virology, FEBS Journal.

 

«Θα επιχειρούσατε μία σύγκριση με τα ελληνικά πανεπιστήμια;», τον ρωτήσαμε.

«Το επίπεδο της έρευνας και η υλικοτεχνική υποδομή σε πολλά ελληνικά ερευνητικά κέντρα ήταν εφάμιλλο των αντίστοιχων ευρωπαϊκών, πχ την περίοδο που εκπονούσα το διδακτορικό μου στο ΕΚΕΒΕ “Αλ. Φλέμινγκ”.

Δυστυχώς η πορεία μετά το 2008 ήταν μόνο καθοδική με αποτέλεσμα τα περισσότερα εργαστήρια σήμερα να φυτοζωούν, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων που καταφέρνουν να είναι ανταγωνιστικά σε διεθνές επίπεδο», απάντησε στον «Φιλελεύθερο».

 

Είστε ένας από τους 406 Ευρωπαίους ερευνητές που θα ενισχυθούν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Έρευνας. Ποια ήταν η πρόταση που καταθέσατε και «κέρδισε» την κριτική επιτροπή και ποια ήταν η διαδικασία που περάσατε προκειμένου να επιλεγείτε;

Το ερευνητικό πρόγραμμα το οποίο εξασφάλισε τη χρηματοδότηση από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Έρευνας (ERC) αφορά στην κατανόηση των μοριακών μηχανισμών, με τους οποίους τα κύτταρά μας αντιλαμβάνονται την παρουσία ή την απουσία θρεπτικών συστατικών στο περιβάλλον τους και στο πώς η απορρύθμιση αυτών των μηχανισμών συμβάλλει στην ανάπτυξη ασθενειών, όπως ο καρκίνος ή ο σακχαρώδης διαβήτης.

Τα κριτήρια με βάση τα οποία αξιολογείται μια πρόταση από το ERC είναι το καινοτόμο και πρωτοποριακό πνεύμα της πρότασης, καθώς και το βιογραφικό του ερευνητή που την υποβάλλει. Σε γενικές γραμμές, το ERC χρηματοδοτεί φιλόδοξα projects υψηλού ρίσκου που θα μπορούσαν να αλλάξουν δυνητικά ένα επιστημονικό κλάδο. Η διαδικασία επιλογής είναι αρκετά απαιτητική και γίνεται σε πολλά στάδια: αρχικά οι προτάσεις κατατίθενται γραπτώς στο ERC και κρίνονται από ένα πάνελ ερευνητών-αξιολογητών, ανάλογα με το αντικείμενο της πρότασης. Οι προτάσεις που περνούν το αρχικό στάδιο αξιολόγησης αποστέλλονται σε 8-10 εξωτερικούς κριτές-ειδικούς, οι οποίοι τις βαθμολογούν και παραθέτουν τα σχόλιά τους.

Το αρχικό πάνελ, λαμβάνοντας υπ’ όψιν και τα σχόλια των εξωτερικών κριτών, προσκαλεί ένα μικρό αριθμό ερευνητών για προσωπική συνέντευξη στις Βρυξέλλες, όπου οι ερευνητές παρουσιάζουν τις προτάσεις τους και απαντούν σε τυχόν ερωτήσεις. Περίπου μια στις τρεις προτάσεις που έχουν προσκληθεί για συνέντευξη θα λάβει τελικά τη χρηματοδότηση. Μία στις δέκα προτάσεις που κατατίθενται αρχικά χρηματοδοτούνται μετά από αυτή τη διαδικασία.

 

Ασχολείστε με Βιολογία. Μπορείτε να μας εξηγήσετε τι ερευνάτε, τι αναζητείτε και ποια είναι η υπόθεση εργασίας σας;

Φανταστείτε το παρακάτω παράδειγμα: Πολλά ζώα πέφτουν σε χειμερία νάρκη. Χαμηλώνοντας τις μεταβολικές τους ανάγκες στο ελάχιστο, μπορούν να επιβιώσουν σε μια περίοδο όπου η τροφή θα ήταν ανεπαρκής για αυτά. Αν, στο παράδειγμά μας, για κάποιο λόγο ένα τέτοιο ζώο δεν έπεφτε σε χειμερία νάρκη, αλλά επέλεγε να παραμείνει δραστήριο κατά τη διάρκεια του χειμώνα, πιθανότατα θα πέθαινε καθώς η διαθέσιμη τροφή δεν θα μπορούσε να καλύψει τις ανάγκες του. Καταλαβαίνουμε έτσι πόσο σημαντικό είναι για κάθε οργανισμό να μπορεί να αντιληφθεί την επάρκεια τροφής στο περιβάλλον του και να καθορίσει τις δραστηριότητές του αντιστοίχως.

Το ίδιο κάνουν και τα κύτταρά μας! Το σώμα κάθε ανθρώπου αποτελείται από αρκετά τρισεκατομμύρια κύτταρα. Κάθε ένα από αυτά τα κύτταρα προσλαμβάνει θρεπτικά συστατικά από το περιβάλλον του, τα οποία χρησιμοποιεί είτε ως πηγή ενέργειας (για να επιτελέσει τις βασικές λειτουργίες του) είτε ως δομικά συστατικά για να αναπτυχθεί. Λόγω της εξαιρετικής σημασίας αυτού του φαινομένου, κάθε κύτταρο διαθέτει μοριακούς μηχανισμούς που «αισθάνονται» την επάρκεια ή την απουσία θρεπτικών στοιχείων και προσαρμόζουν το μεταβολικό του πρόγραμμα και την κυτταρική ανάπτυξη.

Επομένως, υπό φυσιολογικές συνθήκες, τα κύτταρά μας αναπτύσσονται μόνο όταν υπάρχει επάρκεια θρεπτικών συστατικών στο περιβάλλον τους. Ωστόσο, διάφορες μεταλλάξεις μπορούν να οδηγήσουν στην απορρύθμιση αυτών των κυτταρικών μηχανισμών με αποτέλεσμα την απρόσκοπτη ανάπτυξη των κύτταρων, ένα χαρακτηριστικό που συχνά απαντάται, για παράδειγμα, σε καρκινικά κύτταρα. Τα κύτταρα αυτά συνεχίζουν να αναπτύσσονται, ακόμη και σε συνθήκες που φυσιολογικά δεν θα έπρεπε, με αποτελέσματα που μπορεί να είναι μοιραία για τον ανθρώπινο οργανισμό.

Το ερευνητικό μου έργο έχει ως στόχο να εξηγήσει το πώς τα κύτταρά μας αντιλαμβάνονται την επάρκεια θρεπτικών συστατικών υπό φυσιολογικές συνθήκες και το τι πάει λάθος σε διάφορες παθολογικές καταστάσεις. Μακροπρόθεσμα, η κατανόηση αυτών των φαινομένων είναι το πρώτο βήμα προς την ανάπτυξη νέων φαρμακευτικών σκευασμάτων που θα στοχεύουν ειδικά στο να επιδιορθώσουν αυτούς τους κυτταρικούς μηχανισμούς.

 

Γιατί λοιπόν το ΕΣΕ να χρηματοδοτήσει εσάς; Ποια είναι η πρωτοπορία που επιδιώκετε;

Η μελέτη των μηχανισμών με τους οποίους τα κύτταρά «αισθάνονται» την επάρκεια θρεπτικών στο περιβάλλον τους έχει προσελκύσει έντονα το ενδιαφέρον της επιστημονικής κοινότητας τα τελευταία χρόνια, τόσο για ερευνητικούς όσο και για θεραπευτικούς λόγους. Ωστόσο, το συγκεκριμένο ερευνητικό πεδίο περιορίστηκε ώς τώρα στην περιγραφή ενός μόνο μηχανισμού, ο οποίος φαίνεται να μην έχει γενική ισχύ και να σχετίζεται με την απόκριση των κυττάρων μόνο κάτω από ορισμένες συνθήκες.

Η πρότασή μου προκαλεί την επικρατούσα θεωρία και αποσκοπεί στο να αποκαλύψει νέους μηχανισμούς και παράγοντες που καθορίζουν τη συμπεριφορά των κυττάρων μας σε ένα ευρύ φάσμα συνθηκών, αντιμετωπίζοντας αυτό το φαινόμενο πιο σφαιρικά. Οι ανεξερεύνητοι αυτοί ώς τώρα μηχανισμοί, αναμένεται να αποτελέσουν τη βάση για την κατανόηση της αιτιολογίας διαφόρων ασθενειών στον άνθρωπο.

 

Ασυγκράτητος... σε διακρίσεις και βραβεύσεις

 

Ξεκίνησε από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο και τώρα είναι επικεφαλής ερευνητής στο Ινστιτούτο Μαξ Πλανγκ.

Ποια η συνταγή επιτυχίας για αποφοίτους Βιολογίας. Τι θα συμβουλεύατε έναν απόφοιτο Βιολογίας σήμερα στην Ελλάδα (ή και στην Κύπρο);

Οι φοιτητές μας είχαν και έχουν εξαιρετικές γνώσεις και εκπαίδευση, καθώς τα προπτυχιακά προγράμματα στην Ελλάδα είναι υψηλού επιπέδου. Παράλληλα, η εκπόνηση της πτυχιακής εργασίας δίνει τη δυνατότητα σε φιλόδοξους φοιτητές να αποκτήσουν σημαντική ερευνητική εμπειρία από πολύ νωρίς στις σπουδές τους, κάτι που τους δίνει προβάδισμα απέναντι σε φοιτητές άλλων χωρών. Απόδειξη του επιπέδου των φοιτητών μας είναι ότι πάρα πολλοί από αυτούς διαπρέπουν όταν βρεθούν στο κατάλληλο περιβάλλον. Δυστυχώς, εδώ και αρκετά χρόνια, αυτό είναι δύσκολο να γίνει εντός συνόρων (εκτός ελαχίστων φωτεινών εξαιρέσεων), οπότε η ενδεδειγμένη επιλογή είναι η αναζήτηση ενός καλού εργαστηρίου στην Ευρώπη ή την Αμερική για το διδακτορικό τους ή τις μεταδιδακτορικές τους σπουδές.

 

Πόσο αισιόδοξος είστε για το μέλλον της έρευνάς σας και το δικό σας προσωπικά;

Η επαγγελματική μου διαδρομή ακολουθεί ομολογουμένως ανοδική πορεία τα τελευταία χρόνια και το αντικείμενο της έρευνάς μου προσελκύει όλο και περισσότερο την προσοχή της επιστημονικής κοινότητας. Αποτέλεσμα των παραπάνω ήταν οι εργασίες μου να δημοσιευτούν σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά υψηλού προφίλ, να ξεκινήσω τη δική μου επιστημονική ομάδα στο Max Planck στις αρχές του χρόνου και προσφάτως να τιμηθώ με τη χρηματοδότηση από το ERC.

Όντας σε ένα εξαιρετικό ερευνητικό περιβάλλον, όπως αυτό του Μax Planck, και έχοντας εξασφαλίσει επαρκή χρηματοδότηση για την υποστήριξη του ερευνητικού έργου της ομάδας μου για τα επόμενα χρόνια, τα επόμενα βήματα αφορούν στην ενίσχυση της ομάδας με νέα μέλη και σκληρή και μεθοδική δουλειά, ώστε να πετύχουμε τους ερευνητικούς μας στόχους και να παράσχουμε γνώση η οποία μακροπρόθεσμα θα βελτιώσει τις συνθήκες υγείας των συνανθρώπων μας.

Καθώς η ομάδα μου ξεκίνησε επίσημα πριν από μερικούς μόνο μήνες, τα επόμενα επαγγελματικά βήματα δεν με απασχολούν προς το παρόν.

 

Θα ξαναγυρνούσατε στην Ελλάδα σύντομα; Γιατί όχι ή γιατί ναι;

Αν και προσφάτως έχουν γίνει κάποια βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση, ο κλάδος της βιοϊατρικής έρευνας συνεχίζει να υποφέρει στην Ελλάδα, με ένα από τα κυριότερα προβλήματα να είναι η έλλειψη κανονικότητας στη χρηματοδότηση των ερευνητικών προγραμμάτων. Υπό αυτές τις συνθήκες, ο επαναπατρισμός δεν είναι μια επιλογή που φαίνεται στο εγγύς μέλλον. Ευελπιστώ, ωστόσο, η κατάσταση να βελτιωθεί στα επόμενα χρόνια, ώστε να δοθεί η δυνατότητα σε πλήθος Ελλήνων επιστημόνων, που διαπρέπουν στο εξωτερικό, να επιστρέψουν και να ενισχύσουν την οικονομία και την ανταγωνιστικότητα της χώρας, εφαρμόζοντας την εμπειρία και την τεχνογνωσία τους στον κλάδο της βιοϊατρικής έρευνας και της εκπαίδευσης των νέων φοιτητών και επιστημόνων.

 

Προσέλκυσε το ενδιαφέρον της επιστημονικής κοινότητας - Γιατί λοιπόν το ΕΣΕ να χρηματοδοτήσει εσάς; Ποια είναι η πρωτοπορία που επιδιώκετε;

Η μελέτη των μηχανισμών με τους οποίους τα κύτταρά «αισθάνονται» την επάρκεια θρεπτικών στο περιβάλλον τους έχει προσελκύσει έντονα το ενδιαφέρον της επιστημονικής κοινότητας τα τελευταία χρόνια, τόσο για ερευνητικούς όσο και για θεραπευτικούς λόγους. Ωστόσο, το συγκεκριμένο ερευνητικό πεδίο περιορίστηκε ώς τώρα στην περιγραφή ενός μόνο μηχανισμού, ο οποίος φαίνεται να μην έχει γενική ισχύ και να σχετίζεται με την απόκριση των κυττάρων μόνο κάτω από ορισμένες συνθήκες.

Η πρότασή μου προκαλεί την επικρατούσα θεωρία και αποσκοπεί στο να αποκαλύψει νέους μηχανισμούς και παράγοντες που καθορίζουν τη συμπεριφορά των κυττάρων μας σε ένα ευρύ φάσμα συνθηκών, αντιμετωπίζοντας αυτό το φαινόμενο πιο σφαιρικά. Οι ανεξερεύνητοι αυτοί ώς τώρα μηχανισμοί, αναμένεται να αποτελέσουν τη βάση για την κατανόηση της αιτιολογίας διαφόρων ασθενειών στον άνθρωπο.

 

Μιλήστε μας για το πανεπιστημιακό ίδρυμα στο οποίο βρίσκεστε, το ινστιτούτο Μαξ Πλανκ. Καταρχάς πώς φτάσατε εκεί, πώς το επιλέξατε και αν σας ενθαρρύνει για τέτοιου τύπου «υποτροφίες».

Η ερευνητική μου ομάδα έχει έδρα το Ινστιτούτο Max Planck στην Κολωνία, το οποίο εστιάζει στη Βιολογία της Γήρανσης (MaxPlanckInstituteforBiologyofAgeing). Σε συνεργασία με τις υπόλοιπες ερευνητικές ομάδες, γειτονικά Ινστιτούτα και το Πανεπιστήμιο της Κολωνίας, ο στόχος μας είναι η κατανόηση της διαδικασίας της γήρανσης και των ασθενειών που σχετίζονται με αυτήν, όπως ο καρκίνος, τα μεταβολικά και νευρολογικά νοσήματα.

Ύστερα από σχεδόν έξι χρόνια στο ερευνητικό κέντρο DKFZ στη Χαϊδελβέργη της Γερμανίας, ως μεταδιδακτορικός ερευνητής, ένιωσα ότι ήμουν σε θέση να κάνω το επόμενο βήμα, ξεκινώντας τη δική μου ερευνητική ομάδα.

Ένα από τα ερευνητικά κέντρα στα οποία διεκδίκησα μια θέση ως ανεξάρτητος ερευνητής (group leader) ήταν το Ινστιτούτο Max Planck, το οποίο μου εμπιστεύτηκε τη δημιουργία μιας νέας ομάδας υπό την καθοδήγησή μου.

Αν και το Max Planck παρέχει στις ομάδες του επαρκή χρηματοδότηση, ενθαρρύνει τη διεκδίκηση χρηματοδοτήσεων όπως αυτή του ERC, καθώς κάτι τέτοιο είναι απαραίτητο για την επέκταση μιας ερευνητικής ομάδας και την καθιέρωση ενός ερευνητή στο πεδίο δράσης του.

 

Φύγατε από την Ελλάδα για να πάτε στη Γερμανία;

Έχοντας ολοκληρώσει τις προπτυχιακές μου σπουδές στο Τμήμα Βιολογίας του ΑΠΘ, τη διδακτορική μου διατριβή στο Ερευνητικό Κέντρο Βιοϊατρικών Επιστημών «Αλέξανδρος Φλέμινγκ» στην Αθήνα και το Τμήμα Βιολογίας του ΑΠΘ, και μετά την εκπλήρωση των στρατιωτικών μου υποχρεώσεων, αποφάσισα ότι το επόμενο βήμα θα έπρεπε να γίνει εκτός συνόρων. Έτσι βρέθηκα στο Γερμανικό Κέντρο Έρευνας του Καρκίνου (German CancerResearchCenter, DKFZ) στη Χαϊδελβέργη της Γερμανίας, ως μεταδιδακτορικός ερευνητής (postdoc) στην ομάδα του Dr. Aurelio Teleman, όπου έμεινα για 6 περίπου χρόνια. Τον Ιανουάριο του 2017 μεταφέρθηκα στο Ινστιτούτο Max Planck για τη Βιολογία της Γήρανσης στην Κολωνία, όπου ξεκίνησα τη δική μου ερευνητική ομάδα.

 

Θα επιχειρούσατε μια σύγκριση με τα ελληνικά πανεπιστήμια;

Οποιαδήποτε σύγκριση στην παρούσα φάση θα ήταν άδικη για τα ελληνικά πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα, καθώς οι επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης στη βιοϊατρική έρευνα ήταν καταστροφικές. Χαρακτηριστικά, το επίπεδο της έρευνας και η υλικοτεχνική υποδομή σε πολλά ελληνικά ερευνητικά κέντρα ήταν εφάμιλλα των αντίστοιχων ευρωπαϊκών, πχ την περίοδο που εκπονούσα το διδακτορικό μου στο ΕΚΕΒΕ «Αλ. Φλέμινγκ». Δυστυχώς η πορεία μετά το 2008 ήταν μόνο καθοδική με αποτέλεσμα τα περισσότερα εργαστήρια σήμερα να φυτοζωούν, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων που καταφέρνουν να είναι ανταγωνιστικά σε διεθνές επίπεδο.

 

Τι συναντήσατε όταν πήγατε εκεί; Ποιες ήταν οι μεγαλύτερες δυσκολίες και για ποια θέματα νιώσατε ανακούφιση;

Ξεκινώντας ως μεταδιδακτορικός ερευνητής στη Χαϊδελβέργη το 2010, είχα την τύχη να βρεθώ σε μία εξαιρετική ερευνητική ομάδα, όπου οι συνθήκες μου επέτρεψαν να αναπτύξω το επιστημονικό μου προφίλ και να εφαρμόσω τις γνώσεις μου σε ένα νέο για μένα αντικείμενο. Εργάστηκα σκληρά και μεθοδικά, αλλά η συνεργασία μου με τον υπεύθυνο της ομάδας ήταν αρμονική και η δουλειά μου απέδωσε καρπούς, καθώς δημοσιεύτηκε σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά κύρους, κάτι που με βοήθησε στο να έχω ένα ανταγωνιστικό προφίλ και να πετύχω τους μετέπειτα στόχους μου.

Δεν μπορώ να πω ότι αντιμετώπισα κάποιες ιδιαίτερες δυσκολίες στα πρώτα μου βήματα στη Χαϊδελβέργη και η προσαρμογή στο νέο περιβάλλον ήταν πολύ ομαλή. Η πόλη είναι πανέμορφη και έχει διεθνή χαρακτήρα, με μεγάλο μέρος του πληθυσμού να προέρχεται από κάθε γωνιά του κόσμου. Οι εργασιακές συνθήκες ήταν βέλτιστες και μου έδωσαν τη δυνατότητα να πραγματοποιήσω την έρευνά μου απερίσπαστος, κάτι που εκείνη την εποχή θα ήταν σχεδόν αδύνατο να κάνω στην Ελλάδα.

Δείτε σχετικό βίντεο: http://webtv.ert.gr/ert1/28europe/18dek2017-28-fores-evropi/

Πηγή: Εφημερίδα "Φιλελεύθερος"

Τελευταία τροποποίηση στις

Copyright © 2013 24oresnews.gr - Με την επιφύλαξη παντός δικαιώματος - Ανάπτυξη & υποστήριξη ιστοσελίδας: LEONweb